Monday, January 08, 2007

Ποτε μην ξεχασεις...

Ποτε μην ξεχασεις...
πως οτι κι'αν γινει, εγω...
θα σ'αγαπω ...παντα.

Αυτα ηταν τα τελευταια λογια που μου ειπες.
Δυο μερες μετα...
μου ζητησες να φυγω απο ...το σπιτι σου.


ζερο.

Εκεί που σιγά-σιγά θα γίνουν όλα γκρι.
Θα κολλάει το τσιγάρο στα χείλη μου και θα πονάει όταν το τραβάω.

Μα ο θυμός δε θα περνάει.

Ξεκινάει ξανά κι αυτή τη φορά είμαι ανίσχυρη να το προλάβω.
Σε θυμάμαι συχνά όπως την πρώτη φορά που σε είδα στο λιμάνι.
Σε θυμάμαι πιο σπάνια να φεύγεις κλαίγοντας σ' όλη την εθνική.
Το μαχαίρι που ήταν στομωμένο και πονούσε διαβολεμένα όταν έκοβε.
Την ανακούφιση, τη γαλήνη.
Κατατονία; Γέλια σ' αντιπαράθεση.
Εικόνες μπερδεμένες με σεντόνια υγρά και πρωινά με πονοκέφαλο.

Ασπρόμαυρο φιλμ από το υπόγειο μπαρ...
που τώρα πια στην μπάρα του κουνιούνται κοριτσάκια με τις κοιλιές έξω.

Καθαρό τζάμι να καθρεφτίζομαι.
Σκούριασα πια και δεν είμαι πρόθυμη.
Έλλειψη κινήτρων γενικότερα.
Τα δεδομένα ζητούμενα και τα υπόλοιπα τα ξέρεις μωρέ μην τα ξαναλέω...

Κορμιά χωρίς έλεγχο είναι καταδικασμένα να γέρνουν αιωνίως.


Χέρια μπαλαρίνας να γδέρνουν.
Ασυνάρτητες φράσεις το ξέρω.
Δεν βγαίνει νόημα μόνο ήχοι. Ρόδες φορτηγών.
Μυρωδιά βενζίνης. Θα φύγουμε;

Η αίσθηση της επερχόμενης απώλειας.
Συναίσθηση της εν δυνάμει απουσίας.
Των μετέπειτα παρηγοριών.
Έξω από την ανάρρωση , διανύεις τη συντήρηση.

Ανυπόφορο...

Lost case θα το λένε .
Εκεί που τίποτα δεν διαταράσσει το σκοτάδι .
Ούτε το μπλε ελεκτρικ των πινακίδων νεον να σε ενοχλεί στα μάτια .
Δε θα κάνεις ρυτίδες καρδιά μου .
Θα 'ρχονται κι οι φίλοι σου .
Αυτοί που κοιμούνται ,όπως και εμείς,
με τις μπότες για να είναι έτοιμοι να φύγουν σαν σημάνει ο χρόνος .
Το γύρισμα των καιρών θα είναι απαλό σαν χνούδι στο κεφαλάκι μωρού,
που μόλις αντίκρισε θολά τον κόσμο .
Θα ’σαι καθαρός .
Tabula rasa .

Ακροβάτης κι ηττητής .
Δε θα ‘χεις δάκρυα , αίμα , σπέρμα .
Θα είσαι αιώνια ζωντανός , γυμνός από στολίδια ρούχων .
Νεκρές , φολίδες θα έχουν γλιστρήσει από πάνω σου .
Αν θα αναπνέεις ;
Δε θα γίνεται καρδιά μου...

Θα είσαι δικός μου για πάντα .

Ακάλυπτος ξανά.
Έρμαιο αναγκών υπόγειων.
Τέλος και τίποτα δεν οριστικοποιήθηκε.
Κομμένες ανάσες και κουβαριασμένες κάλτσες στο πάτωμα .
Κορμιά που στεγνώνει τον ιδρώτα ο ακίνητος αέρας.

Με τις ώρες.

Ξημερώματα της πρώτης νύχτας αγκαλιά ,
μέσα και έξω και περνάει το πρώτο σκουπιδιάρικο.
Ο ήχος κόλλησε από τότε πιο πολύ κι από τη μυρωδιά των μαλλιών σου.
Θυσία κι αίμα στους δικούς σου ολοκαίνουργιους και τριζάτους θεούς.

Μια ξύλινη βροχή στον τοίχο γέρνει.

Γέρνω το κεφάλι μου στον ήχο της σαν τα σκυλιά.
Ένα μικρό ροζ συννεφάκι
ζωγραφίζεις με νερομπογιές στην χαραμάδα του τοίχου σου.

Με ρωτάς δειλά για πρώτη φορά αν σ’ αγαπάω μωρέ καθόλου.
Παγώνω.


Το ναι μου είναι σίγουρο μα γιατί δεν βγαίνει ανάσα;
Δεν μπορώ να πω;
Σ' αγαπάω όλες τις ώρες εκτός από εκείνες που σ' αγαπώ , μου λες διδακτικά.

Ναι δάσκαλε .Μπορώ να κοιμηθώ τώρα;
Έτσι για λίγο μέχρι να ντυθώ και να φύγω, στον πρώτο ήλιο, στο πρώτο ταξί.

Το νοικιασμένο ήταν σκοτεινό.

Κάτι φευγαλέες λάμψεις από αναπτήρες που ανάβουν διαδοχικά.
Και μια μουσική από γρατζουνισμένα βινύλια.

Κανείς δεν γελάει εδώ.

Αυτό το βράδυ μείνανε λίγοι.Στο τέλος μόνο δύο.
Ακουστήκαν κάτι κουβέντες για αντίο.
Άστραψαν κάτι βλέμματα θολά κατά βάση.
Στάθηκε παραπατώντας μπροστά στον σκονισμένο καθρέφτη.
Έπιασε να στρώνει τα μαλλιά της.
Μια διαβολεμένη εμμονή να φύγουν όλα τα ίχνη.
Ήταν πλέον μόνο μία.
Έψαξε τρέμοντας για την βούρτσα να τα χτενίσει.
Και εξακολουθούσε να το κάνει...
χωρίς να καταλαβαίνει το αλάτι που ξέραινε πρόσωπο.
Στο τέλος χτύπησε κουδούνι.

Στράφηκε φοβισμένη.

Με κόκκινες αλατισμένες σταγόνες να στολίζουν το χέρι ψηλά.
Άνοιξε. Και είδε. Την κοίταζε με ένα παράπονο.
Τη θύμωσε με μια παρωδία αγγίγματος.
Με τη γλώσσα τη μάζεψε.
Ξημέρωνε πια.
Και άνοιξε τα μάτια της στον ήχο της πόρτας του αμαξιού του.

Σημάδια στα σεντόνια.

Σημάδια παντού.


sorry girl.


Εκδίκηση


Κρύβεσαι ε; Ή έτσι νομίζεις;
Τώρα σε βρήκα και δεν σώζει τίποτα
Ούτε τα δάκρυα ούτε η μετάνοια.


Οφθαλμός αντί οφθαλμού.
Πίστεψε με δεν το ήθελα
Εσύ όμως με ανάγκασες να φτάσω μέχρι εδώ.


Μην κλαις σου λέω, δεν πιάνει.
Βλέπεις πόσο κοφτερό είναι το μαχαίρι μου;
Όσο το ακόνιζα σκεφτόμουν τα φιλιά σου.


Δε με πείθει η συγνώμη σου.
Είχες πολλές επιλογές και διάλεξες την λάθος.
Κι εγώ έχω πάρει την απόφασή μου.


Με το αίμα σου θα ποτίσω τα λουλούδια
Τα κόκαλά σου θα τα δώσω στα όρνια
Και θα κλωτσήσω την καρδιά σου.


Το σώμα σου δεν θα το θάψω
Θα το αφήσω να σαπίζει δίπλα στον τάφο της μάνας σου
Αφού πρώτα το φτύσω.


Κι όσο θα χώνω το μαχαίρι στην σάρκα σου
Θα μουρμουρίζω εκείνο το τραγούδι.
Εκείνο που έλεγε πόσο με αγαπούσες.
Epsilon


Η τόση ασχήμια...
που είχες μέσα σου δεν μπορούσε να αντέξει εμένα.


Χρειαζόσουν κάτι τόσο σάπιο για να ταιριάξεις,
σαν μουχλιασμένο πορτοκάλι ή δηλητηριώδες μανιτάρι
που κάτω από το χαριτωμένο του σκουφάκι κρύβει καρκινώματα.
Και αγκιστρώθηκες πάνω μου για να με μεταμορφώσεις.

Ήσουν βαμπίρ...
αλλά δεν είχες τίποτα το αισθησιακό γιατί ρουφούσες πύον και πληγές.

Το αίμα για σένα,
παραήταν καθαρό και θα σε διέλυε σα χαρτί στα αυλάκια της βροχής.
Ούτε την όμορφη μουσική άντεχες,ούτε τις όμορφες εικόνες.

Με αρρώστησες και με πλήγωσες.

Λέρωσες το λευκό μου νυχτικό...
με λάσπες γιατί ήσουν ανίκανος να λερώσεις εμένα.

Δεν ήξερες πως ήταν ανώφελο,
η σάρκα μου είναι αλώβητη,ζεστή,ψημένη από Μεσόγειο και ξεροβόρια.

Και έτσι έλιωσες εσύ.

Έπεσες και δεν ξανασηκώθηκες έμαθα.

Και δεν σε βοήθησε κανένας.
Και επειδή το ήξερες από πριν,αυτό φοβόσουν.

Με τη λάσπη σου έκανα λίπασμα για νούφαρα.

Τουλάχιστον φάνηκες και σε κάτι χρήσιμος.


Cherryfairy.

2 comments:

Donald said...

Πως τα βλεπεις τα πραγματα ...μαμα?

donald.

Λίτσα said...

ΑΑΑΑΑ, είναι έξοχο. Αλήθεια, έξοχο.
("Γιαγιά", έπρεπε να γράψεις, διότι ο Ντόναλντ τη γιαγιά-Ντακ έχει - φταίω εγώ, βρε μπαγάσα, που σου είπα την ηλικία μου!!!)
:)))