Saturday, November 24, 2007

Στο ζενιθ.

Κατά ενάμιση αιώνα η ρωμαϊκή αυτοκρατορία βρισκόταν στο ζενίθ της πολιτικής και πολιτιστικής της ακμής. Ήταν μία περίοδος βραδέων εξελίξεων, Κάποιο την ονομάζουν η ευτυχέστερη περίοδος της ιστορίας του ανθρωπίνου γένους. Πίσω από την ευημερία της pacis romanae, όμως, λάμβαναν χώρα αλλαγές που οδήγησαν προοδευτικά στην κρίση της αυτοκρατορίας τον 3ο αιώνα μ.Χ. Από πολιτική άποψη, η σταθερή διακυβέρνηση οφείλεται στο ότι ισχυρές δυναστείες κυριαρχούσαν, ώστε να μην υπάρχουν ουσιαστικές εσωτερικές ανωμαλίες (εξαιρουμένων των ετών 68-69 και 193). Στο εσωτερικό επικρατεί ειρήνη, ασφάλεια και ηρεμία. Το οδικό δίκτυο, με κέντρο τη Ρώμη επεκτείνεται σε όλη την αυτοκρατορία, και μαζί του το εμπόριο και ο ελληνορωμαϊκός πολιτισμός. Σε κάθε μεγάλη πόλη της αυτοκρατορίας υπάρχουν υδραγωγείο και δημόσια λουτρά. Παρόλο που οι εξουσίες είναι συγκεντρωμένες στα χέρια ενός ανθρώπου, του αυτοκράτορα, ο λαός είναι ευχαριστημένος. Βέβαια, στο θρόνο κάποιες φορές ανεβαίνουν παρανοϊκοί και οκνηροί αυτοκράτορες, όπως ο Καλιγούλας, ο Νέρων και ο Κόμμοδος, αλλά αυτοί αντισταθμίζονται από τους καλούς και ενσυνείδητους αυτοκράτορες, όπως ο Κλαύδιος, ο Τραϊανός, ο Αδριανός και ο Μάρκος Αυρήλιος.

Tuesday, October 23, 2007

Ροβέρτος του Δυρραχίου.

Ροβέρτος του Δυρραχίου (1326 - 1356), 3ος γιός του Ιωάννη, δούκα της Γκραβίνας και της Άννας του Περιγόρδου. Αιχμαλωτισθείς στην πολιορκία της Αβέρσα (1350) απο τον βασιλιά της Ουγγαρίας Λουδοβίκο τον 1ο έμεινε αιχμάλωτος του για δύο χρόνια. Μετά την απελευθέρωση του κατέφυγε με τον θείο του καρδινάλιο του Περιγόρδου στην Αβινιόν που είχε πουληθεί στον πάπα απο την βασίλισσα της Νάπολης Ιωάννα την 1η.

Ο θείος του ήθελε να τον παντρέψει με την ανιψιά του Τζιοβάννι Βισκόντι, άρχοντα του Μιλάνου, αλλά στο ταξίδι του προς το Μιλάνο απήχθη απο τον Δημήτριο του Πεδεμοντίου. Η γυναίκα του Δημητρίου Σιβύλλη των Μπώ κατηγόρησε τον Ροβέρτο και την οικογένεια του οτι συμμετείχαν στον φόνο του ανιψιού της Ροβέρτου κόμη του Αβελλίνο (είχε δολοφονηθεί με εντολή της συζύγου του Μαρίας της Νάπολης, που την είχε παντρευτεί με την βία). Απελευθερώθηκε (1355) αφού ορκίστηκε οτι δέν θα πάρει εκδίκηση απο τους πρώην απαγωγείς του. Σπάζοντας τον όρκο του πολιόρκησε (Απρ. 1355) το φρούριο των Μπώ που ήταν η έδρα του Ραυμόνδου, αδελφού και διαδόχου του δολοφονημένου Ρομπέρτου. Ο πάπας εξοργίστηκε και παρά την υπεράσπιση του θείου του δεν γλύτωσε τον αφορισμό. Πολιορκήθηκε και αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει.

Συνόδευσε τον καρδινάλιο στην μάχη του Πουατιέ, που κρατώντας ουδετερότητα προσπάθησε να μεσολαβήσει ανάμεσα στις Αγγλικές δυνάμεις που βρίσκονταν υπο τις διαταγές του πρίγκηπα Εδουάρδου ή "μαύρου πρίγκηπα" και τις Γαλλικές δυνάμεις που βρίσκονταν υπο τις διαταγές του ίδιου του βασιλιά Ιωάννη του 2ου. Σπάζοντας την ουδετερότητα πολέμησε στο πλευρό των Γάλλων όπου και σκοτώθηκε στην μάχη. Η παραβίαση της ουδετερότητας εξόργισε τόσο πολύ το μαύρο πρίγκηπα που έκαψε το πτώμα του σάν ένδειξη χλευασμού.

Εζερίτες.

Οι Εζερίτες ή Νεζερίτες ήταν σλαβική φυλή που εγκαταστάθηκε τον 8ο μ.Χ. αιώνα στη νότια Πελοπόννησο και κυρίως στις ανατολικές περιοχές του νομού Λακωνίας, από την πεδιάδα του Έλους μέχρι το ακρωτήριο Μαλέας και κάποιοι από αυτούς στην Αχαΐα στην περιοχή που σήμερα αποκαλείται Νεζερά. Το ίδιο διάστημα οι Μηλιγγοί, μία συγγενική τους φυλή, εγκαταστάθηκαν στις δυτικές πλαγιές του Ταϋγέτου.

Το όνομά τους προέρχεται από σλαβική λέξη που σημαίνει λίμνη, έλος και απαντάται και σε άλλα σημεία της Ελλάδας ως τοπωνύμιο (Νεζερός).

Ασχολούνταν κυρίως με τη γεωργία. Εξεγέρθηκαν αρκετές φορές κατά των Βυζαντινών, αλλά γενικά ήταν πιο φιλήσυχοι από τους Μηλιγγούς. Το 842 στάλθηκε από τον Μιχαήλ Γ' στην περιοχή ο Θεοφύλακτος Βρυέννιος για να υποτάξει τους εξεγερμένους του θέματος Πελοποννήσου, ανάμεσα στους οποίους ήταν και οι Μηλιγγοί και οι Εζερίτες, οι οποίοι υποτάχθηκαν και αναγκάστηκαν να πληρώνουν ετήσιο φόρο 60 και 300 χρυσά νομίσματα αντίστοιχα. Αλλά και ο τελευταίος τους ξεσηκωμός, στα χρόνια του Ρωμανού Α' Λακαπηνού είχε δυσμενή κατάληξη. Το 921 ο στρατηγός Κρινίτης Αροτράς διατάχθηκε να τους υποτάξει. Η εκστρατεία διήρκεσε από την άνοιξη μέχρι το Νοέμβριο του ιδίου έτους.

Οι Εζερίτες μετά τον 10ο αιώνα, σταδιακά συγχωνεύθηκαν με τους υπόλοιπους Πελοποννήσιους.


Technorati Profile

Tuesday, October 02, 2007

Λέοντα Τριπολίτη.

Το 904 μ.Χ. πενήντα τέσσερα μεγάλα πολεμικά πλοία με αρχηγό έναν χριστιανό εξωμότη, τον Λέοντα τον Τριπολίτη, πολιόρκησαν την Θεσσαλονίκη. Ο πρωτοσπαθάριος Πετρωνάς προσπάθησε να ενισχύσει το θαλάσσιο τείχος της Θεσσαλονίκης, φτιάχνοντας ένα πέτρινο φράγμα, αλλά το έργο εγκαταλείφθηκε. Ελάχιστες ενισχύσεις ήρθαν στην πόλη. Ο στόλος των Σαρακηνών επιτίθεται κατά της Θεσσαλονίκης (μικρογραφία).
Την πρώτη μέρα της πολιορκίας, οι πειρατές χτύπησαν το θαλάσσιο τείχος χωρίς επιτυχία. Τη δεύτερη μέρα επιτέθηκαν σε όλα τα τείχη και επιχείρησαν να κάψουν τις πύλες, αλλά αποκρούστηκαν. Τότε αποφάσισαν να επικεντρώσουν τις προσπάθειές τους στο θαλάσσιο τείχος. Έδεσαν δυο-δυο τα καράβια τους και έστησαν εκεί ψηλούς πύργους. Κατατρόπωσαν εύκολα τους υπερασπιστές, ανέβηκαν στα τείχη και ξεχύθηκαν στην πόλη. Δέκα μέρες έσφαζαν και λαφυραγωγούσαν. Μετά έφυγαν παίρνοντας μαζί τους 22.000 αιχμαλώτους τους οποίους πούλησαν σκλάβους στην Κρήτη και στην Ανατολή.

Το 965 μ.Χ. ο ναύαρχος Νικήτας Χαλκούτζης κατέλαβε χωρίς δυσκολία την Κύπρο. Την ίδια χρονιά ο Νικηφόρος Φωκάς προσπάθησε να ανακαταλάβει την Κάτω Ιταλία και την Σικελία. Στην Κάτω Ιταλία κατόρθωσε να αποκαταστήσει την βυζαντινή εξουσία, όχι όμως και στη Σικελία. Έτσι το 967 μ.Χ. σύνηψε ειρήνη με τους Σαρακηνούς. Οι Βυζαντινές δυνάμεις εκστρατεύουν κατά της Σικελίας. Η ανάκτηση της Κρήτης και της Κύπρου είχαν τεράστιο ηθικό και πολιτικό αντίκτυπο. Αποκαταστάθηκε η βυζαντινή κυριαρχία στην ανατολική Μεσόγειο και τα παράλια και τα νησιά αναπτύχθηκαν. Η οικονομία ορθοπόδησε και οι επικοινωνίες και το εμπόριο αναζωπυρώθηκαν. Για τους Σαρακηνούς, η απώλεια της Κρήτης κυρίως ήταν τεράστιο πλήγμα για την αραβική θαλασσοκρατία. Ήταν η αρχή του τέλους της αραβικής απειλής στο ανατολικό σύνορο της βυζαντινής αυτοκρατορίας.

Wednesday, September 19, 2007

Νικολαος Μαυρογενης.

Γεννήθηκε το 1735 στα Μαρμαρά της Πάρου και ήταν γιος του πλούσιου άρχοντα Πέτρου Μαυρογένη και της Πρεγουλίνας. Καταγόταν από εύπορη αριστοκρατική οικογένεια του νησιού, η οποία ήταν κλάδος της ιταλικής οικογένειας Μοροζίνι. Η οικονομική άνεση της οικογενείας επέτρεψε στον Νικόλαο Μαυρογένη να ασχοληθεί με την πνευματική του καλλιέργεια. Σε νεαρή ηλικία συνάντησε τον Τζεζάρλη Χασάν πασά, ο οποίος εντυπωσιάστηκε από την μόρφωση και την ευστροφία του και τον προσκάλεσε στην Κωνσταντινούπολη.

Χάρη στη φιλία του με τον Χασάν πασά ο Νικόλαος διορίστηκε το 1770 δραγουμάνος του Οθωμανικού στόλου αμέσως μετά από τον θάνατο του προηγούμενου διερμηνέα, Αργυρόπουλου. Στην θέση αυτή διακρίθηκε για την ευφυΐα και την ευελιξία του. Κατά την περίοδο της παραμονής του ως Δραγουμάνος του στόλου ο Νικόλαος Μαυρογένης αναμείχθηκε πολλές φορές σε δολοπλοκίες. Για να ισχυροποιήσει την θέση του προσπάθησε, ανεπιτυχώς, να ανατρέψει τον Πατριάρχη Σεραφείμ Β΄ αντικαθιστώντας τον με τον Διονύσιο της Σαμοθράκης, Αρχιεπίσκοπο Χίου. Παρά την αποτυχία του ο Νικόλαος Μαυρογένης επιδίωξε για τον εαυτό του το αξίωμα του μεγάλου λογοθέτη του ναού του Αγίου Γεώργίου. Παρ'όλα αυτά και η δεύτερη αυτή προσπάθεια απέτυχε.

Το 1770 ξέσπασε η επανάσταση (Ορλωφικά) στην Μάνη, υποκινημένη από τους Ρώσους. Ο Χασάν πασάς έσπευσε αμέσως με τον στόλο του για να καταστείλει το κίνημα. Τα Ψαρά ήταν απο τα πρώτα νησιά που επαναστάτησαν στον Τουρκικό ζυγό με αποτέλεσμα μετά την αποτυχημένη έκβαση της εξέγερσης να βρεθούν σε δυσμενή θέση. Ο Χασάν πασάς είχε σκοπό να καταστρέψει το νησί αλλά τελευταία στιγμή επενέβη ο Νικόλαος Μαυρογένης και χάρη στην επιρροή που ασκούσε στον πασά τον απέτρεψε να πράξει τα χειρότερα.

Ένα άλλο περιστατικό που ανέδειξε τον Μαυρογένη ήταν η περίπτωση της Μάνης. Το 1775 ο Σουλτάνος τον έστειλε στην Μάνη να διαπραγματευτεί μια συμβιβαστική λύση σχετικά με την πληρωμή των φόρων. Αποτέλεσμα αυτής της διαπραγμάτευσης ήταν η συνθήκη που υπογράφτηκε μεταξύ Σουλτάνου και Μανιατών με την οποία η περιοχή της Μάνης υπαγόταν στον Καπουδάν-Πασά. Επίσης η Οθωμανική διοίκηση απέκτησε το δικαίωμα να διορίζει έναν Μπέη, ο οποίος θα έπρεπε να ανήκει σε μια απο τις πιο πλούσιες Μανιάτικες οικογένειες. Σημαντική ήταν και η συμβολή του στην προσπάθεια του Χασάν πασά να περιορίσει τους Αλβανούς ατάκτους που δρούσαν ανενόχλητοι στην Πελοπόννησο.

Με την προαγωγή του Χασαν πασά σε μεγάλο βεζίρη το 1786, ο Νικόλαος Μαυρογένης αντικατέστησε τον Μιχαήλ Σούτσο στην ηγεμονία της Βλαχίας. Ο διορισμός του θεωρήθηκε επιτυχία του Χασάν πασά αφού οι Φαναριώτες με αρχηγό τον Τσελεμπή-Πετράκη είχαν προσφέρει 4000 βαλάντια στον Σουλτάνο προσπαθώντας να του αλλάξουν την απόφαση. Κατά τη διάρκεια της τελετής επικύρωσης του διορισμού του ως πρίγκιπας της Βλαχίας, συνέβη ένα πραγματικά τραγικό περιστατικό. Καθώς ο ηγεμόνας Νικόλαος πήγαινε στο ακροατήριο του Σουλτάνου, οι στρατιώτες της φρουράς τον πλησίασαν μεζί με τον κρατούμενο Τσελεμπή-Πετράκη, ο οποίος βρισκόταν σε άθλια κατάσταση λόγω των βασανιστηρίων, και τον έβαλαν να προσκυνήσει τα πόδια του αλόγου του πρίγκιπα. Ο Χασάν-πασάς, που ακολουθούσε, χωρίς να δώσει σημασία στις φωνές του Τσελεμπή-Πετράκη που εκλιπαρούσε για χάρη, φώναξε τον δήμιο για να τον αποκεφαλίσει. Κατά την έξοδο του πρίγκιπα από το αυτοκρατορικό ακροατήριο το πλήθος πέταξε στα πόδια του αλόγου του το κεφάλι του Τσελεμπή Πετράκη.

Το 1788 διορίστηκε, ύστερα απο την φυγή του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου προς τους Αυστριακούς, και πρίγκιπας της Μολδαβίας. Αργότερα χρίστηκε απο τον Σουλτάνο αρχιστράτηγος των τουρκικών στρατευμάτων στον δεύτερο Ρωσοτουρκικό πόλεμο. Παρά τις πρώτες επιτυχίες του στον πόλεμο τελικά δεν κατόρθωσε να κερδίσει. Στις 26 Ιουλίου του 1790 έγινε η μάχη του Καλαφάτη στην οποία ο Οθωμανικός στρατός συνετρίβει απο τους Αυστριακούς. Ο πρίγκιπας Νικόλαος Μαυρογένης αναγκάστηκε να διατάξει υποχώρηση με αποτέλεσμα την άτακτη φυγή του απο την Βλαχία. Με το τέλος του πολέμου είχε βρεθεί χωρίς τον θρόνο, χωρίς την αυτοκρατορική έυνοια και φυσικά χωρίς τον πιστό του φίλο Γιουσούφ πασά ο οποίος είχε πεθάνει λίγες μέρες νωρίτερα.

Υπήρξαν πολλοί ιστορικοί που ύμνησαν τον πρίγκιπα. Οι σύγχρονοι όμως ιστορικοί πιστεύουν οτι όχι μόνο δεν είχε φιλικά αισθήματα προς τους Έλληνες αλλά έτεινε προς τον μουσουλμανισμό. Ο Ρήγας Φεραίος έγραψε για τον Μαυγογένη οτι ήταν «έκτρωμα της φύσης και ανάξιος ηγεμόνας της Βλαχίας». Όλα αυτά έρχονται βέβαια σε πλήρη αντίθεση με τα λεγόμενα του Μπλανκάρ. Γενικά οι παλιότεροι ιστορικοί θεωρούσαν τον πρίγκιπα Μαυρογένη έξυπνο, ικανό και καλό ενώ οι σύγχρονοι ιστορικοί τον θεωρούν ανάξιο, δόλιο και μερικοί τον παρομοιάζουν με τον Καλιγούλα. Πρέπει βέβαια να τονίσουμε οτι κυρίως οι Ρουμάνοι ιστορικοί τον κατηγόρησαν, γεγονός που σημαίνει οτι η κριτική δεν μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενική.

Saturday, September 08, 2007

Στον μαρκήσιο.

Στο μαρκήσιο Βονιφάτιο Μομφερατικό, γνωστό στρατηγό της άλωσης της Κων/πόλεως παραχωρήθηκε ήδη από το Σεπτέμβριο 1204 το ιδρυθέν τότε Φραγκικό βασίλειο της Θεσσαλονίκης, το οποίο περιελάμβανε και την χώρα των Αθηνών. Έτσι οδηγήθηκε ο Βονιφάτιος προς κατάκτηση των περιοχών του. Η Αθήνα μετά της Ακροπόλεως καταλήφθηκαν αμαχητί. Η πόλη είχε παραμεληθεί τελείως υπό των Βυζαντινών από αρκετών δε ετών στερούταν διοικητικής κεφαλής.

Η «θρυλούμενη και χρυσή πόλη Αθήνα η «πάλαι μεν μήτηρ σοφίας παντοδαπής και πάσης καθηγεμών αρετής» στις παραμονής της Δ΄ Σταυροφορίας καταπιεσμένη από τους φόρους και την απληστία των αρχόντων και λησμονημένη από τους ανθρώπους, είχε χάσει σύμφωνα με την μαρτυρία του Μιχαήλ Χωνιάτη, την παλαιά της δόξα και είχε μεταβληθεί σε μικρό και «αοίκητο χωριό» που την τύχη της ακολούθησε και το «ένδοξο επίνειό της».

Η ένδοξη αυτή πόλη είχε από χρόνια εγκαταληφθεί αφού οι Βυζαντινοί ήταν απασχολημένοι με τις διενέξεις, την προβολή και την καλοπέρασή τους. Την εποχή εκείνη η Ελλάδα υπέφερε από τρεις χρονίζουσες πηγές: τους τοπικούς άρχοντες-τυράννους, τους φοροεισπράκτορες και τους πειρατές γιατί ήταν πεσμένη η δύναμη του πολεμικού ναυτικού για να τους αποτρέψει. Αφού τότε «οι Βυζαντινοί απεχθάνοντο τη θάλασσα και προτιμούσαν να ενοικιάζουν στόλους με αντάλλαγμα εμπορικά προνόμια» (Peter Lock, «Οι Φράγκοι του Αιγαίου»).

Το 1204 ο Λέων Σγουρός γενόμενος κύριος της Κορίνθου καταπλέει στον Πειραιά και πολιορκεί την Αθήνα σε μια προσπάθεια να δημιουργήσει ανεξάρτητη ηγεμονία στην Ελλάδα. Ο μητροπολίτης της Αθήνας Μιχαήλ Χωνιάτης έδειξε επιφυλακτικότητα για τις προθέσεις του Λέοντος και οργάνωσε την άμυνα στην Ακρόπολη με αποτέλεσμα την πλήρη αποδυνάμωση για οποιαδήποτε προσπάθεια εναντίον των Φράγκων. Έτσι οι Αθηναίοι όταν στα τέλη του ίδιου χρόνου, νέοι εχθροί, οι Φράγκοι πολιορκούν την πόλη τους είναι τελείως εξαντλημένοι και δεν πρόβαλαν καμία αντίσταση. Πολλοί μάλιστα από τους κατοίκους, βλέποντας ότι κάθε προσπάθεια είναι μάταιη εγκαταλείπουν την Αθήνα μαζί με τον μητροπολίτη Μιχαήλ Χωνιάτη. Οι Φράγκοι χωρίς να δώσουν μάχη, κυριεύουν την πόλη και εγκαθίστανται εκεί. Είναι ουσιαστικά η πρώτη υποδούλωση της Αθήνας μετά από αιώνες ελεύθερης ζωής. Η ιστορία της Αθήνας και του Πειραιά στα 250 χρόνια που τις κατέχουν διάφοροι επιδρομείς από τη Δύση, Γάλλοι, Καταλανοί, Φλωρεντίνοι και Ενετοί, μόνο καταστροφές και λεηλασίες έχουν να παρουσιάσουν. Όταν ο Βονιφάτιος έφθασε στην Αθήνα, ο Μιχαήλ Χωνιάτης (Ακομινάτος) παρέδωσε την πόλη γιατί θεώρησε άσκοπη την αντίστασή του.

Ούτε η εύκολη κατάκτηση, αλλά ούτε και η αρχαία αίγλη της Αθήνας εμπόδισε τους Σταυροφόρους να επιδοθούν σε καταστροφές. Λεηλάτησαν την Ακρόπολη, σύλησαν ναούς και έλιωσαν πολύτιμα εκκλησιαστικά σκεύη σε χοάνες. Θύμα της γενικής καταστροφής ήταν και η πλούσια βιβλιοθήκη του Χωνιάτη.

Κι όπως γράφει ο W. Miller: «Εξωτερικά αυτός που επισκεπτόταν την Αθήνα, αυτές τις ημέρες (την εποχή της Φραγκοκρατίας) έμενε κατάπληκτος απ’ τη φανερή αντίθεση μεταξύ των λαμπρών μνημείων της κλασσικής εποχής και του ρυπαρού περιβάλλοντος της καινούργιας πόλης. Τα τείχη ήταν γκρεμισμένα, τα σπίτια των μεταναστών είχαν ανασκαφεί, τα οικόπεδά τους είχαν οργωθεί και οι δρόμοι, απ’ όπου άλλοτε περνούσαν οι σοφοί της αρχαιότητας, τώρα ήταν έρημοι»

Πύλη του Κόσμου.

Το φημισμένο «Επίνειο των Αθηνών», «η Πύλη του Κόσμου», την εποχή της Αθηναϊκής Ναυτικής Ηγεμονίας κατάντησε να σβηστεί από το χάρτη την εποχή της Φραγκοκρατίας και να ονομαστεί PORTO LEONE από τους Φράγκους. Ένα όνομα που προήλθε από το φημισμένο μαρμάρινο άγαλμα, τον «Λέοντα του Πειραιώς», το μεγαλύτερο μνημείο του Αρχαίου Πειραιά και το μοναδικό μνημείο άξιο προσοχής σημείο του Πειραιά, που ήταν στημένο στο λιμάνι την εποχή εκείνη. Κάποιοι πορτολάνοι (ναυτικοί χάρτες), σχέδια και φανταστικά διαγράμματα καθώς και γκραβούρες περιηγητών και ταξιδιωτών ανέφεραν το Πόρτο Λεόνε.


Πρώτη μαρτυρία καταγράφεται το 1318 στους ναυτικούς χάρτες του γενουάτη Πέτρο Βισκόντι. Ενώ σχέδιο του λιμανιού του Πειραιά (PORTO LION) του 1564 από «άτλαντα» βρίσκεται στη βιβλιοθήκη του Αγίου Μάρκου της Βενετίας. Σχέδιο των αδελφών Des Combes (1686) δείχνει την ακριβή θέση που βρισκόταν το άγαλμα του Λέοντος. Το «Πόρτο Λεόνε», αναφέρεται και υπό του Μελετίου, τον 17ο αιώνα: «Λέγεται κοινώς τώρα ο Πειραιεύς Πόρτο της Αθήνας και Δράκο και υπό των Ιταλών Πόρτο Λεόνε, από των λεόντων των λιθίνων, μεγάλων όντων και αξιόλογων, οίτινες έκειντο περί αυτόν τον λιμένα».


Κατά την Φραγκοκρατία το Δουκάτο των Αθηνών και ιδιαίτερα το Πόρτο Λεόνε είναι μια σκοτεινή περίοδος που κάνει εξαιρετικά δύσκολη την έρευνα και τη μελέτη του ιστορικού αυτού χώρου. Οι πηγές είναι λιγοστές και ασαφείς και πολλές φορές αντιφατικές και δεν βοηθούν σε συστηματική έρευνα. Ειδήσεις για την κατάσταση της αυτόχθονης κοινωνίας στη διάρκεια της ξενοκρατίας, τόσο της γαλλικής, όσο και της καταλανικής δεν μας έχουν σωθεί. Πάντως, η Φραγκική Ελλάδα ήταν παραμεθόρια σ’ όλο το διάστημα της ύπαρξής της.


«Είναι μακρινοί οι καιροί που θέλω ν’ αναστήσω, σβήστηκαν οι φωνές που τους τραγούδησαν και από τα κόκκαλα των ανθρώπων που τους έζησαν δεν έχει απομείνει μηδέ σκόνη», τονίζει ο Άγγελος Τερζάκης στο βιβλίο του «Η πριγκηπέσα Ιζαμπώ».

Την εποχή της Φραγκοκρατίας (1204-1456) το λιμάνι του Πειραιά – το Πόρτο Λεόνε – ήταν ένα μικρό και άσημο λιμάνι. Η αλλαγή του ονόματος είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα της πειραϊκής παρακμής. Μιας παρακμής που άρχισε με την καταστροφή από τον Σύλλα στους ρωμαϊκούς χρόνους (85 π.Χ.). Υπήρξε μία μικρή αναβίωση του Πειραιώς την εποχή των Αντωνίνων (96-122 μ.Χ.) για να σβήσει με την κατάληψη του λιμανιού από τους Γότθους (267 μ.Χ.) και το τελειωτικό «πλήγμα» από τον Αλάριχο (395 μ.Χ.) με την ερήμωση του τόπου και τη διαγραφή του Πειραιά από την ιστορία της Ελλάδος (396 μ.Χ.). Η Αθήνα συνθηκολόγησε και υποχρεώθηκε να δεχτεί τον Αλάριχο μέσα στα ερειπωμένα τείχη της.

Τότε άρχισε η μεγάλη περίοδος της πειραϊκής παρακμής, που θα καλύψει χρονικά 15 περίπου αιώνες, με τη μεγάλη σιωπή της πανάρχαιης και πολυδοξασμένης πόλης. Το ισχυρό και πολύβουο επίνειο της Αθήνας βούλιαξε στην απέραντη νάρκη τη λησμονιά της ιστορίας.

«Στην περίοδο αυτή, πόλη δεν υπήρξε. Αν δημιουργήθηκαν ευκαιριακά κάποιες μικρές «εστίες ζωής» δεν γνωρίζουμε. Το λιμάνι του Πειραιά χρησιμοποιήθηκε, βέβαια, κατά καιρούς ως ορμητήριο του βυζαντινού στόλου ή των πειρατικών πλοίων, που τότε όπως και αργότερα λυμαίνονταν στο Αιγαίο», όπως γράφει ο πειραιώτης ιστορικός Γιάννης Χατζημανωλάκης (Το λιμάνι του Πειραιά στη διαδρομή των αιώνων.


Ο Πειραιάς παρέμεινε έρημος, μια νεκρή, μια καταφρονεμένη και λησμονημένη γη, έρμαιος της ερημιάς του γινόταν συχνά πεδίο συγκρούσεων, επιθέσεων και λεηλασίας, σ’ όλη τη βυζαντινή εποχή και την φραγκοκρατία και ακολούθησε την τύχη της Αθήνας. Η Φραγκοκρατία στην Ελλάδα ήρθε με την Τέταρτη Σταυροφορία, η οποία αναστάτωσε κα διέλυσε το Βυζάντιο το οποίο βρισκόταν στο στάδιο της παρακμής. Η κατάκτηση της Κωνσταντινουπόλεως από τους σταυροφόρους έγινε στις 12 Απριλίου 1204 (και ανακτήθηκε από τους Βυζαντινούς στις 25 Ιουλίου 1261). Όταν τελείωσαν οι ταραχές και το όργιο των λεηλασιών και καταστροφών, οι σταυροφόροι σχημάτισαν στην Κων/πολη το νέο κράτος, την αυτοκρατορία της Ρωμανίας και εκλέξανε αυτοκράτορα τον Βαλδουίνο της Φλάνδρας και πατριάρχη Κων/πόλεως τον Βενετό Θωμά Μοροζίνη. Πρωτεργάτες της τέταρτης Σταυροφορίας ήταν ο δόγης της Βενετίας Ερρίκος Ντάντολο, ο μαρκήσιος Βονιφάτιος ο Μομφερατικός και ο πάπας Ιννοκέντιος Γ΄.

Μετά την κατάκτηση της Κων/πόλεως από τους σταυροφόρους επακολούθησε δια προκαταρκτικής συνθήκης διανομή ολόκληρου του Βυζαντινού κράτους μεταξύ των Φράγκων σε λατινικά φέουδα.

Μαρκήσιος του Μομφερράτου.

Βονιφάτιος ο Μομφερρατικός (Bonifacio I del Monferrato)(1150 - 1207). Μαρκήσιος του Μομφερράτου - Montferrato (Ιταλία) (1192-1207) και Βασιλιάς της Θεσσαλονίκης (1204-1207) και ένας απο τους ηγετικούς αρχηγούς της 4ης Σταυροφορίας. Τρίτος γιός του Γουλιέλμου του 5ου του Μομφερράτου και της Ιουδίθ του Μπάμπεμπεργκ γεννημένος μετά την επιστροφή του πατέρα του απο την δεύτερη Σταυροφορία. Νεώτερος αδελφός του Γουλιέλμου κόμητος της Γιάφφας και της Ασκαλών και του Κονράδου του 1ου των Ιεροσολύμων.


Οι νεανικές συμμετοχές του σε εκστρατείες την δεκαετία του 1170 ήταν αιτία να υμνηθεί απο τον φίλο του τροβαδούρο Ραιμπώ του Βακουέιρας σάν υπόδειγμα ιππότη. Διέσωσε την Ιακωπίνα του Βεντιμίγκλια απο τον θείο της Όττο που ήθελε να την απαγάγει για να μήν διεκδικήσει την κληρονομιά και την έστειλε στην Σαρδηνία. Όταν ο Αλβέρτος της Μαλασπίνα (σύζυγος μιάς απο τις αδελφές του Βονιφάτιου) απήγαγε την Σαλντίνα του Μάρ απο επιφανή Γενοβεζικη οικογένεια την έσωσε και την παρέδοσε στον αγαπημένο της Πονσέ του Αγκιλάρ. Όπως και η υπόλοιπη οικογένεια του υποστήριζε τον Γερμανό αυτοκράτορα Φρειδερίκο Α' Βαρβαρόσα στους πολέμους του κατά της Λομβαρδικής Ένωσης. Ο μεγάλος του αδελφός Γουλιέλμος πέθανε το 1177 αμέσως μετά τον γάμο του με την Σιβύλλη, διάδοχο του βασιλείου των Ιεροσολύμων. Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Μανουήλ Α' Κομνηνός πρόσφερε την κόρη του Άννα σε έναν απο τους γιούς του Γουλιέλμου 5ου του Μομφερράτου. Ο μόνος ελεύθερος ήταν ο μικρός αδελφός του Ρενιέ που δολοφονήθηκε με την επανάσταση κατά του αυτοκράτορα Ανδρόνικου. Το 1183 ο ανιψιός του Βαλδουίνος Ε' στέφθηκε συμβασιλέας των Ιεροσολύμων. Ο πατέρας του Γουλιέλμος Ε' πήγε να υποστηρίξει τον εγγονό του αφήνοντας στο Μομφερράτο τους γιούς του Κονράδο και Βονιφάτιο. Ο Κονράδος αναχώρησε για την Ανατολή (1187), ενώ ο αυτοκράτορας Ισαάκιος Β' Άγγελος προκειμένου να ανανεώσει την συμμαχία προσέφερε την αδελφή του Θεοδώρα στον Βονιφάτιο. Αλλά ο Βονιφάτιος είχε ήδη παντρευτεί για δεύτερη φορά, ενώ ο Κονράδος ήταν ήδη πρόσφατα χήρος.

Το 1189 έγινε αντιβασιλιάς για λογαριασμό του Θωμά του 1ου της Σαβοίας, γιού του ξαδέλφου του Ουμπέρτου του 3ου για δύο χρόνια. Ο νέος αυτοκράτορας Ερρίκος ο 6ος τον έχρισε κόμη της Ίνκιζα, και ξέσπασε 15ετής πόλεμος με τις γειτονικές πόλεις Άστι και Αλεξάνδρεια. Ο Βονιφάτιος τάχθηκε με την ομάδα της Κρεμόνας ενώοι δύο πόλεις με το Μιλάνο. Ο Βονιφάτιος τις νίκησε τελικά στο Μοντίγλιο τον Ιούνιο του ίδιου έτους. Στο Κουάρτο έσωσε τον κουνιάδο του Αλμπέρτο του Μαλασπίνα όταν έπεσε απο το άλογο του. Τελικά αναδείχθηκε μαρκήσιος του Μομφερράτου μετά τον θάνατο του πατέρα του (1191), και την δολοφονία του αδελφού του Κονράδου (1192). Τον Ιούνιο του 1194 διορίστηκε απο τον Γερμανό αυτοκράτορα Ερρίκο Στ' σάν ένας απο τους στρατιωτικούς του αρχηγούς στην Σικελία. Εκεί έγινε φορέας ενός ακόμα κατορθώματος προστατεύοντας τον αυτοκράτορα με την ασπίδα του, πράξη που υμνήθηκε σημαντικά απο τους τροβαδούρους μετά απο την επιτυχή λήξη της εκστρατείας. Την δεκαετία 1180 - 1190 έγινε ο μεγαλύτερος δέκτης της εποχής σε τροβαδούρους και ποιητική ιπποσύνη.


Όταν ο εκλεγμένος αρχηγός της 4ης Σταυροφορίας Θεοβάλδος Γ' της Καμπανίας πέθανε πολύ πρόωρα (1201) ο Βονιφάτιος εξελέγη νέος αρχηγός σάν ικανός και έμπειρος. Ήταν η καλύτερη ευκαιρία γι'αυτόν να αποκαταστήσει το κύρος του μετά τις αποτυχίες του στην Ιταλία. Η οικογένεια του είχε αναδείξει δύο βασιλείς στα Ιεροσόλυμα τον αδελφό του Κονράδο, και τον ανιψιό του Βαλδουίνο.

Ο ξάδελφος του Βονιφάτιου Φίλιππος της Σουηβίας παντρεύτηκε την Ειρήνη Αγγελίνα, κόρη του εκθρονισμένου αυτοκράτορα Ισαάκιου Β' Άγγελου. Τα χριστούγεννα του 1201 συναντήθηκε με τον Αλέξιο Άγγελο γιό του Ισαάκ του 2ου δραπετεύοντας απο την συνοδεία του θείου του Αλέξιου Γ' Άγγελου. Συζήτησαν το πιθανό ενδεχόμενο χρήσης του Σταυροφορικού στρατού προκειμένου να διεκδικήσει ο Αλέξιος τα δικαιώματα του στον θρόνο απο τον σφετεριστή θείο του. Στην συνέχεια ο Βονιφάτιος κατέφυγε στον πάπα της Ρώμης Ιννοκέντιο Γ' να ζητήσει την γνώμη του, και άν προχωρήσει η επέμβαση να πάρει την ευλογία του. Αλλά ο πάπας του είπε να μήν ασχοληθεί καθόλου σε επιθέσεις κατά των χριστιανών ούτε κάν στους Ορθόδοξους βυζαντινούς. Ο Σταυροφορικός στρατός είχε χρέη στον δόγη της Βενετίας Ερρίκο Δάνδολο που είχε εξοπλίσει τον στόλο τους. Ο γηραιότατος δόγης τους ζήτησε να χτυπήσουν τις πόλεις Τριέστη, Μογκλί και Ζάρα προτού πλεύσουν προς το Κάιρο, πόλεις που και ο πάπας ήταν εξοργισμένος μαζί τους. Ο Σταυροφορικός στρατός τις χτύπησε και ο πάπας ενθουσιασμένος έδωσε στον Ερρίκο Δάνδολο την αρχηγία της Σταυροφορίας. Ο Αλέξιος Άγγελος πήγε στον γηραιό δόγη του εξήγησε τα αιτήματα του και του ζήτησε να πείσει τον πάπα. Ο Ερρίκος Δάνδολος προσπάθησε να γυρίσει τα μυαλά του πάπα λέγοντας του οτι ο νέος αυτοκράτορας θα στρέψει την θρησκεία του βυζαντινού κράτους στον Καθολικισμό, επιτυγχάνοντας την ένωση των δύο εκκλησιών (1203). Ο πάπας ενθουσιάστηκε και έδωσε την συγκατάθεση του.


Ενώ του είχαν εγγυηθεί οτι θα είναι ο νέος αυτοκράτορας της Λατινικής Αυτοκρατορίας της Κων/πολης μετά την κατάληψη της πόλης απο τους Σταυροφόρους οι Βενετοί και ο δόγης τους έθεσαν βέτο λόγω των καλών σχέσεων που είχε πρωτύτερα με τους κατακτημένους. Έτσι πρώτος Λατίνος αυτοκράτορας εξελέγη ο Βαλδουίνος, κόμης της Φλάνδρας. Ο Βονιφάτιος εξοργίστηκε και για να τον εξευμενίσουν του έδωσαν το βασίλειο της Θεσσαλονίκης όπως και περιοχές της Κρήτης. Το δικιολόγησαν λόγω του μικρού αδελφού του Ρενιέ με τον γάμο του με την Μαρία Κομνηνή (1180) που ήταν παλιότερα βασιλιάς της Θεσσαλονίκης και είχε απο αυτόν τα δικαιώματα του. Την Κρήτη την πούλησε αμέσως στους Βενετούς. Οι Θεσσαλονικείς παραδώθηκαν εύκολα στον Μομφερράτο αφού μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης δέν ήταν διατεθειμένοι να αντισταθούν. Διαπραγματεύθηκαν πρίν την παράδοση τους ζητώντας μονάχα διατήρηση των προνομίων τους κάτι που ο Βονιφάτιος συμφώνησε , και είναι ο ιδρυτής του βασιλείου της Θεσσαλονίκης που θα διατηρηθεί για 20 χρόνια

Στο μαρκήσιο Βονιφάτιο Μομφερατικό, γνωστό στρατηγό της άλωσης της Κων/πόλεως παραχωρήθηκε ήδη από το Σεπτέμβριο 1204 το ιδρυθέν τότε Φραγκικό βασίλειο της Θεσσαλονίκης, το οποίο περιελάμβανε και την χώρα των Αθηνών. Έτσι οδηγήθηκε ο Βονιφάτιος προς κατάκτηση των περιοχών του. Η Αθήνα μετά της Ακροπόλεως καταλήφθηκαν αμαχητί. Η πόλη είχε παραμεληθεί τελείως υπό των Βυζαντινών από αρκετών δε ετών στερούταν διοικητικής κεφαλής. Η «θρυλούμενη και χρυσή πόλη Αθήνα η «πάλαι μεν μήτηρ σοφίας παντοδαπής και πάσης καθηγεμών αρετής» στις παραμονής της Δ΄ Σταυροφορίας καταπιεσμένη από τους φόρους και την απληστία των αρχόντων και λησμονημένη από τους ανθρώπους, είχε χάσει σύμφωνα με την μαρτυρία του Μιχαήλ Χωνιάτη, την παλαιά της δόξα και είχε μεταβληθεί σε μικρό και «αοίκητο χωριό» . Εξουθενωμένη η πόλη και απο τους πολέμους αντίστασης κατά του Λέοντα Σγουρού οι Φράγκοι χωρίς να δώσουν μάχη, κυριεύουν την πόλη και εγκαθίστανται εκεί. Είναι ουσιαστικά η πρώτη υποδούλωση της Αθήνας μετά από αιώνες ελεύθερης ζωής. Η ιστορία της Αθήνας και του Πειραιά στα 250 χρόνια που τις κατέχουν διάφοροι επιδρομείς από τη Δύση, Γάλλοι, Καταλανοί, Φλωρεντίνοι και Ενετοί, μόνο καταστροφές και λεηλασίες έχουν να παρουσιάσουν. Όταν ο Βονιφάτιος έφθασε στην Αθήνα, ο Μιχαήλ Χωνιάτης (Ακομινάτος) παρέδωσε την πόλη γιατί θεώρησε άσκοπη την αντίστασή του.

Ο Βονιφάτιος σκοτώθηκε στην επιδρομή των Βουλγάρων στην Θεσσαλονίκη στην μάχη της Μοσυνούπολης και η κεφαλή του στάλθηκε στον τσάρο Καλογιάννη.

Το 1204 είχε κάνει ήδη δύο γάμους και παιδιά του ήταν :

Γουλιέλμος Στ' του Μομφερράτου (1173 - 1226)
Βεατρίκη
Άννα (πέθανε το 1207) που παντρεύτηκε τον Λατίνο αυτοκράτορα Ερρίκο της Φλάνδρας.
Το 1204 παντρεύτηκε στην Κων/πολη την Μαργαρίτα της Ουγγαρίας κόρη του Ούγγρου βασιλιά Μπέλα 3ου χήρα του αυτοκράτορα Ισαάκιου Β' Άγγελου. Γιός τους ο Δημήτριος (1205 - 1230) βασιλιάς της Θεσσαλονίκης.

Thursday, August 16, 2007

Μια διάσταση.

Επί του παρόντος ο χρόνος νοείται ως θεμελιώδης ποσότητα και όπως οι άλλες θεμελιώδεις ποσότητες -χώρος και μάζα- καθορίζεται μέσω της μέτρησης. Συνεπώς είναι μέγεθος. Επίσης επί του παρόντος, η στερεότυπη χρονική μονάδα, το συμβατικό δευτερόλεπτο, ορίζεται ως η διάρκεια 9 192 631 770 περιόδων της ακτινοβολίας που αντιστοιχεί στη μετάβαση μεταξύ των δύο ανωτέρων επιπέδων της κατάστασης ελαχίστης ενέργειας του ατόμου 133Cs.


Για την φυσική ο χρόνος είναι διάσταση που επιτρέπει σε δύο ταυτόσημα γεγονότα που συμβαίνουν στο ίδιο σημείο στον χώρο, να διακρίνονται μεταξύ τους. Το διάστημα ανάμεσα σε δύο τέτοια γεγονότα σχηματίζει τη βάση της μέτρησης του χρόνου. Για γενικούς σκοπούς η περιστροφή της γης γύρω από τον άξονά της παρέχει τις μονάδες μέτρησης της ημέρας ώρες και η τροχιά της γύρω από τον ήλιο (ουσιαστικά η φαινόμενη πορεία του ήλιου που παράγεται από τις ιδιαιτερότητες της γήινης τροχιάς) τις ημερολογιακές μονάδες. Όσον αφορά στη χρήση του χρόνου για επιστημονικούς σκοπούς, τα διαστήματα χρόνου καθορίζονται -όπως προαναφέρθηκε- με όρους συχνότητας μιας ιδιαίτερης ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας.


Ήδη από την εποχή της δημοσίευσης της ειδικής θεωρίας της σχετικότητας το 1905, θεωρήθηκε ότι ο Άλμπερτ Αϊνστάιν εγκατέλειψε την έννοια του απόλυτου χρόνου. Σε αυτό το εννοιολογικό πλαίσιο ο απόλυτος χρόνος εννοείται ως 'ο χρόνος που κυλά ισοδύναμα και ανεξάρτητα από την κατάσταση κίνησης του παρατηρητή'. Οι επιδράσεις της διαστολής του χρόνου και η κατάρρευση του απόλυτου ταυτόχρονου σημαίνουν ότι υπό αυτή την έννοια ο απόλυτος χρόνος δεν μπορεί να εφαρμοστεί στη μέτρηση ενός χρονικού διαστήματος.


Αν και οι φιλόσοφοι τείνουν να περιγράφουν το έργο του Αϊνστάιν ως έναρξη της επιστημονικής επανάστασης του 20ου αιώνα, πολλές από αυτές τις 'επαναστατικές ιδέες' δεν ήταν ακριβώς πρωτότυπες. Το 1898, για παράδειγμα, ο Ζυλ Πουανκαρέ (Jules Poincare) (1854–1912), ο Γάλλος μαθηματικός, έθεσε το ζήτημα του απόλυτου ταυτόχρονου σχολιάζοντας ότι 'δεν έχουμε κάποια άμεση γνώση για την εξίσωση δύο χρονικών διαστημάτων'. Ο Πουανκαρέ φαίνεται πως κατανοούσε την ανάγκη του καθορισμού του τοπικού χρόνου για έναν δεδομένο παρατηρητή. Το 1904 παρατήρησε ότι τα ρολόγια που συγχρονίζονταν με φωτεινά σήματα μεταξύ παρατηρητών σε ενιαία σχετική κίνηση 'δεν δείχνουν την άληθινή ώρα, αλλά μάλλον αυτό που μπορεί να αποκαλέσει κανείς τοπική ώρα'.


Αναφέρεται συχνά ότι η θεωρία της σχετικότητας αφαιρεί τον απόλυτο χρόνο από τη μηχανική. Αυτό αληθεύει για τις μετρήσεις τους χρόνου που προαναφέρθηκαν,αλλά όχι τον ίδιο τον χρόνο ως οντότητα. Ο ορισμός του Νεύτωνα για τον απόλυτο χρόνο είναι ουσιαστικά φιλοσοφική έννοια και οι όποιες συζητήσεις έγιναν στην εποχή του είχαν φιλοσοφικό και όχι πειραματικό υπόβαθρο. Άλλωστε ίδιος ποτέ δεν ισχυρίστηκε ότι μπορεί κανείς να μετρήσει τον απόλυτο χρόνο. Τούτη η απόλυτρη οντότητα έπρεπε να γίνει διακριτή από τα αισθητά, 'φυσικά μέτρα' που εφαρμόζονται σε καθημερινές χρήσεις.


Στις απόψεις του Αϊνστάιν για το σύμπαν, οι περιγραφές ενός φυσικού φαινομένου πρέπει να είναι πλήρως σχετικιστικές ως προς τη φύση τους και απαιτούνται οι μετασχηματισμοί Λόρεντζ ανάμεσα στις συντεταγμένες των συστημάτων στην ενιαία σχετική κίνηση. Αντίθετα με το τι πιστεύεται γενικότερα, η νευτώνεια μηχανική δεν βασιζόταν στον απόλυτο χώρο και χρόνο και ήταν πλήρως σχετικιστική, αλλά με τη Γαλιλαιϊκή έννοια. Δηλαδή, απαιτούντο γαλιλαιϊκοί μετασχηματισμοί ανάμεσα στις συντεταγμένες των συστημάτων στην ενιαία σχετική κίνηση.


Εξετάζοντας το ταυτόχρονο ο Αϊνστάιν χρησιμοποίησε ουσιαστικά ένα νοητικό πείραμα. Ως αποτέλεσμα του πειράματος, κατά την άποψή του, έπρεπε να εγκαταλειφθεί η έννοια του ταυτόχρονου. Το σύμπαν του είναι αιτιατό και σε ένα αιτιατό σύμπαν δεν υπάρχει το ταυτόχρονο, όπως και δεν υπάρχουν ταυτόχρονα γεγονότα. Τα γεγονότα έχουν καθορισμένη τάξη, βασισμένη στην αιτιατή σειρά τους,η οποία δεν είναι δυνατόν να αλλαχθεί. Χωρίς να το δηλώνει άμεσα,ο Αϊνστάιν εισήγαγε έναν τρίτο παράγοντα στη θεωρία της σχετικότητας, ότι δηλαδή καμία πληροφορία δεν μπορεί να μεταδοθεί ταχύτερα από την ταχύτητα του φωτός. Τόσο για τον Νεύτωνα όσο και για τον Αϊνστάιν ο απόλυτος χρόνος είναι στην πραγματικότητα η απόλυτη σειρά των γεγονότων, που καθορίζεται από την αιτιότητα, και όχι η μέτρηση του χρόνου, που είναι αντικείμενο συνήθους παρατήρησης.
.

Tuesday, August 14, 2007

Ο Δεσποτης του Μυστρα.

Ο πρώτος Δεσπότης του Μυστρά (1349-1380). Ο Μανουήλ ήταν δευτερότοκος γιος του αυτοκράτορα Ιωάννη Στ΄ Καντακουζηνού. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη περί το 1326. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου (1341-1347) υποστήριξε και συμπαραστάθηκε ενεργά στον πατέρα του, μάλιστα το διάστημα 1343-1347 διετέλεσε διοικητής Βεροίας. Το 1348 διετέλεσε διοικητής Κωνσταντινούπολης, κατά την απουσία του πατέρα του σε εκστρατεία στη Θράκη. Το 1349 ανακηρύχθηκε Δεσπότης και εστάλη να κυβερνήση την απομακρυσμένη επαρχία του Μυστρά, όπου είχε υπηρετήσει ο παππούς του 30 χρόνια πριν, αναλαμβάνοντας τη διοίκηση την επαρχιών του κράτους στην Πελοπόννησο.


Η ανάθεση στον Μανουήλ της διοίκησης του Μυστρά θεωρείται σταθμός στην ιστορία αυτής της επαρχίας, γιατί έκτοτε θα συνδεθεί με τη βασιλική οικογένεια και θα καταστεί ένα από τα σημαντικότερα κομμάτια του καταρρέοντος Βυζαντίου. Στην πραγματικότητα ο ίδιος ο όρος Δεσποτάτο χρησιμοποιήθηκε για το Μυστρά κυρίως χάρη στην παρουσία μελών των δυο βασιλικών οικογενειών στην περιοχή. Ο Μανουήλ υπήρξε ιδιαίτερα ικανός κυβερνήτης και πολιτικός και η τοποθέτησή του σ’ αυτήν την επαρχία, μακριά από το νοσηρό κλήμα της πρωτεύουσας μπόρεσε να αναδείξει τις ικανότητές του, αναπτύσσοντας αξιοθαύμαστη δραστηριότητα. Κατάφερε γρήγορα να καταπνίξει τις εξεγέρσεις των απείθαρχων ντόπιων αρχόντων και να τους αναγκάσει να αποδεχτούν την εξουσία του. Χάρη στην επιτυχία του αυτή κατάφερε να εγκαθιδρύσει ισχυρή κεντρική κυβέρνηση και να επιβάλλει την εξουσία του στην σπαρασσόμενη και αναρχοκρατούμενη μέχρι τότε επαρχία, καθιστώντας την έτσι στο ανθηρότερο τμήμα του ύστερου μεσαιωνικού Ελληνισμού. Βέβαια γι’ αυτήν του την αποφασιστικότητα στην επιβολή της τάξης στην περιοχή κατηγορήθηκε από τους αντιπάλους του για βαναυσότητα και τυρανικότητα.


Μετά την παραίτηση του πατέρα του (1354), ο Ιωάννης Ε' προσπάθησε να τον απομακρύνει διορίζοντας τους Μιχαήλ και Ανδρέα Άσαν ως κυβερνήτες, επιχειρώντας να επαναφέρει το παλιό σύστημα διακυβέρνησης. Ο Μανουήλ όμως κατάφερε να τους αποκρούσει με επιτυχία και να αναγκάσει τον Ιωάννη να τον αναγνωρίσει ως νόμιμο κυβερνήτη του Μυστρά. Έκτοτε όλα τα μέλη της οικογένειας των Καντακουζηνών κατέφυγαν εκεί. Σταδιακά τα επόμενα χρόνια θα επικεντρωθεί στην ισχυροποίηση της θέσης του, θα επιδιώξει συνεργασία με τους Φράγκους ηγεμόνες της νοτίου Ελλάδας για την απόκρουση των πειρατικών επιδρομών των Τούρκων (1360) και θα αναγνωριστεί ως ένας από τους κυριότερους παράγοντες της περιοχής. Μάλιστα θα καταφέρει να αναπτύξει καλές σχέσεις με το πριγκιπάτο της Αχαΐας. Επίσης θα ευνοήσει την εγκατάσταση αλβανικών φύλων στην Πελοπόννησο και θα τους τοποθετήσει σε διάφορα μέρη ως αγρότες-στρατιώτες, ενισχύοντας την πληθυσμιακή του βάση, σε μια εποχή που οι περισσότερες βυζαντινές επαρχίες ερημώνονταν πληθυσμιακά. Επίσης φρόντισε για να αναδείξει την πρωτεύουσά του με την ανέγερση πολλών κτιρίων, όπως νέο παλάτι και τον περικαλλή ναό της Αγία Σοφίας Μυστρά, και με την πρόσκληση καλλιτεχνών και λογίων, θέτοντας τις βάσεις για την πνευματική ανάπτυξη που γνώρισε η περιοχή κατά τον 15ο αιώνα.
Όταν πέθανε το 1380 άφησε ένα ισχυρό κράτος που θα αποτελέσει το τελευταίο καταφύγιο του Βυζαντίου, χωρίς να θυμίζει σε τίποτα το ασταθές μόρφωμα που βρήκε 30 χρόνια πριν. Το διαδέχτηκε ο αδελφός του Ματθαίος (1380-1383).



Ο Δεσπότης Θεόδωρος Β΄ Παλαιολόγος (1407-1443) ήταν γιος του αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου (1391-1425) και ανιψιός του προκατόχου του Θεοδώρου Α΄ Παλαιολόγου (1383-1407). Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη περί το 1396. Μετά το θάνατο του θείου του Θεοδώρου τον διαδέχτηκε στην ηγεμονία της Πελοποννήσου, λόγω όμως του νεαρού της ηλικίας του επιτροπευόταν από τον πρωτοστράτορα Μανουήλ Φραγκόπουλο. Μέχρι το 1415 περίπου έντονη ήταν η συμμετοχή του αυτοκράτορα Μανουήλ στη διοίκηση του δεσποτάτου, εξασφαλίζοντας την υποταγή του Γενουάτη Κεντυρίωνα Ζακκαρία και άλλων τοπικών αρχόντων. Επίσης ενδιαφέρθηκε για την ανοικοδόμηση του τείχους του Εξαμιλίου στον Ισθμό. Μετά το 1415 ο Μανουήλ ανεχώρησε οριστικά για την Κωνσταντινούπολη αφήνοντας τον διάδοχο Ιωάννη σαν βοηθό του Θεοδώρου. Μετά το 1418 ο Ιωάννης ανεχώρησε και τη θέση του στο δεσποτάτο, ως συνεργάτη του Θεοδώρου, ανέλαβε ο Θωμάς Παλαιολόγος. Το 1422 ο Θεόδωρος απέτυχε να αντιμετωπίσει την εισβολή των Τούρκων στην Πελοπόννησο. Αργότερα ασχολήθηκε με την απόσπαση εδαφών από τους Φράγκους. Το 1427 εκδήλωσε την πρόθεση να παραιτηθεί και να ασπαστεί το μοναχισμό. Όταν όμως έφτασε ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος από την Κωνσταντινούπολη για να τον διαδεχτεί αρνήθηκε να αποχωρήσει. Αργότερα μετά την κατάκτηση ολόκληρης της Πελοποννήσου από τον Κωνσταντίνο αποφασίστηκε να διαιρεθεί το δεσποτάτο σε 3 μέρη και ο Θεόδωρος περιορίστηκε στο 1/3 με έδρα το Μυστρά. Το 1443 παραιτήθηκε από τις κτήσεις του με αντάλλαγμα κάποιες θέσεις στη Θράκη, με έδρα τη Σηλυβρία. Στόχος του ήταν να είναι κοντά για να διαδεχτεί τον άκληρο Ιωάννη Η΄. Όμως πέθανε τον Ιούνιο του 1448, λίγους μήνες πριν από τον Ιωάννη, τον οποίον τελικά διαδέχτηκε ο Κωνσταντίνος. Στα χρόνια της ηγεμονίας του ο Μυστράς γνώρισε μεγάλη πολιτιστική λάμψη, αναδεικνυόμενος σε ένα από τα λαμπρότερα κέντρα του Ελληνικού κόσμου, επί των ημερών του μάλιστα έδρασε στην περιοχή ο Γεώργιος Πλήθων Γεμιστός. Συχνά παρουσιάζεται ως προστάτης των γραμμάτων αλλά ταυτόχρονα και ως ένας θρησκόληπτος και κυκλοθυμικός. Όμως είναι σαφές πως στο Μυστρά οι περιστάσεις δεν του επέτρεψαν να αναπτύξει δράση και γρήγορα επισκιάστηκε από τον αδελφό του Κωνσταντίνο, έτσι οι κρίσεις γι’ αυτόν, προερχόμενες κυρίως από το Σφραντζή, που ήταν πιστός φίλος του Κωνσταντίνου, δεν μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε πλήρως τον χαρακτήρα του. Εν τέλει παρέμεινε πάντοτε στη σκιά των αδελφών του Ιωάννη, Κωνσταντίνου και Θωμά.